Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Όταν οι άλλοι κάνουν παρέλαση σαν γατιά έξω από την πόρτα του γαλατά (ΔΝΤ),εμείς βγαίνουμε στα κεραμίδια.

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

EVERERST: ΚΑΠΝΟΣ ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ...... ΕΡΓΑΣΙΑΚΟ ΑΟΥΣΒΙΤΣ ΜΟΥ ΜΥΡΙΖΕΙ.



πηγή:
Βασίλης Κουνέλης

Μαύρος πυκνός καπνός σηκώθηκε ψηλά. Κι εκεί στα μέρη της Βικτώρια, που τίποτα δεν καίγεται μοναχό, τώρα έπιασε φωτιά. Και μαζί με τα ξερά φαίνεται πως κάηκαν και τα χλωρά…

«Δεν είναι δυνατόν» μου είπε. «Η λογίστρια ήτανε… Μια φορά τον μήνα πήγαινε. Για την ακρίβεια κάθε πρώτη του μηνός. Τόσο άτυχη!».

«Δεν γλυτώνεις απ’ το προπάνιο» απάντησα. «Όλα τα υπόγεια στα καταστήματα έτσι δουλεύουνε».

«Δεν ήταν το προπάνιο» μου απάντησε κατηγορηματικά, άμεσα ενημερωμένη καθώς είναι πάντοτε. «Εργασίες στα ψυγεία με φλόγιστρο έκανε ο ψυκτικός. Από κει ξεκίνησε η έκρηξη».

«Μα δεν είναι δυνατόν» απάντησα «να λειτουργεί το κατάστημα και να κάνει ταυτόχρονα εργασίες».
«Μα δεν κλείνουν τα  Everest. Εικοσιτετράωρο δουλεύουνε. Δεν κλείνουνε ποτέ».

Το γύρισα κι εγώ στην ατυχία. Θυμήθηκα κάποιον ναυτικό που γύρισε όλο τον κόσμο και πήγε από μαρμαροποδιά που τον βρήκε κατακέφαλα, καθώς περπατούσε στην Πλάκα.

«Όποιου του μέλλει να πνιγεί ποτέ του δεν πεθαίνει» απόσωσε σοφά το λόγο της, απογοητευμένη μάλλον από την τροπή -ντρίπλα που έδωσα στην κουβέντα μας...

Μπήκα στο αυτοκίνητο μου κι έφυγα βιαστικός. Πάντα βιαστικός παρκάρω, πάντα βιαστικός περνώ. Τα πάντα είναι βιαστικά στην Βικτώρια. Παρκάρεις, ξεπαρκάρεις. Βγαίνεις απ’ το τρένο, μπαίνεις λαχανιασμένος στο τρένο.  Παίρνεις στα όρθια ένα σάντουιτς απ’ τον Γρηγόρη ή ένα πιτόγυρο απ’ το Pitulca.

Εγώ το μισοτρώω απ’ τη σακούλα –πακέτο μεσοστρατίς μέχρι να φτάσω στο ασανσέρ της πολυκατοικίας στην Πατησίων, καθώς βιάζομαι και συνήθως πεινάω πολύ. Τώρα καθώς απομακρύνομαι από το υπόγειο γκαράζ της, απ’ όπου μπαινοβγαίνω πάντα βιαστικός, κουδουνίζουν στ’ αυτιά μου οι προτελευταίες κουβέντες της ξανθιάς ευγενικής κυρίας: «Μα δεν σταματούν! Δουλεύουν εικοσιτετράωρο. Δεν σταματούν τα Everest, δεν σταματούν όλο το εικοσιτετράωρο».

Το εικοσιτετράωρο της κορυφής. Το κατάστημα της κορυφής που παραπέμπει στην ηρωική κορυφή των 8.848 μέτρων, που οι πρόποδες του είναι στρωμένοι βέβαια με τα οστά των επίδοξων ορειβατών, που δεν κατάφεραν να την κατακτήσουν…

Και η κορυφή έχει θυσίες φαντάζομαι και στερήσεις και προσπάθεια και πόνο μεγάλο. Γιατί δεν ξενυχτάνε και δεν δουλεύουν εικοσιτετράωρα τα μαγαζιά. Οι άνθρωποι ξενυχτάνε και δουλεύουν και μοχθούν και οι οικογένειες τους. Και είναι ανώνυμοι. Κανείς δεν τους γνωρίζει πίσω από τον πάγκο τους. Κι είναι κι άλλοι κάθε φορά.

Που να θυμηθείς κάποιον μέσα στην στολή της ομοιομορφίας, τα τυποποιημένα λόγια και τις μηχανικές βιαστικές κινήσεις: Ταμείο, παραγγελία, θέλετε κάποιο αναψυκτικό, τα ρέστα σας, απόδειξη, πακέτο ή στο χέρι; Και να θυμηθείς κάποιον δηλαδή πρέπει να τον πετύχεις στο δικό του  κυλιόμενο τετράωρο, γιατί δεν είναι εκεί στην θέση του την ώρα που θα πας εσύ.

Γιατί οι βάρδιες είναι πολλές και η εναλλαγή συχνή. Κι η λογίστρια χωμένη, εκεί στο ανήλιαγο υπόγειο-παρασκευαστήριο-τάφο εντέλει! Γιατί δεν είναι πρέπον να κάθεται σε ένα ηλιόλουστο τραπεζάκι μπροστά στους πελάτες και να ‘χει ανοίξει εκεί τα χοντρά λογιστικά βιβλία της… Μα πρέπει να ‘ναι αθέατη, σαν τους λογής έγχρωμους αλλοδαπούς καθαριστές, ψήστες, κ.α. βοηθούς, που δεν είναι για μόστρα και δεν κάνει να μπαινοβγαίνουν…

Θυμάμαι το πρώτο μαγαζί τους της οδού Τσακάλωφ. Σπεύδαμε όλοι τότε, στις αρχές του ‘80 εκεί να φάμε μετά τα ξενύχτια. Χαζεύαμε και τον κοντούλη κι οστεώδη υπάλληλο, που πίσω απ’ τον πάγκο του μαγαζιού επεδείκνυε την απαράμιλλη τεχνική του, ένα μείγμα ταχύτητας και επιμονής. Σαν αμερικανός ανιματέρ χρησιμοποιούσε τις μηχανικές κινήσεις των χεριών του, με στρατιωτική σχεδόν ευλάβεια κι αφοσίωση, αφιερωμένος ολόψυχα στην ολοκλήρωση της αποστολή του. Κι ήταν το επίκεντρο του μαγαζιού. Γιατί αυτός ήταν το επίκεντρο: Ο άνθρωπος.

Τώρα δεν υπάρχουν επίκεντρα. Μόνο τζίρος, αλυσίδα, χρηματιστήριο, πόστο, franchise. Και υπάλληλοι που δεν μοιάζουν με εργαζόμενους, αλλά με κωπηλάτες σε γαλέρα. Συνήθως νέα παιδιά, που δεν συνομιλούν, δεν αστειεύονται, δεν σχολιάζουν επ’ ουδενί, κατά πως έχουν διδαχθεί επιμελώς σε πολύωρα σεμινάρια marketing, που «οικεία» βουλήσει τους έχουν παρακολουθήσει…

Καμιά σχέση με την αγαπημένη μου κυρία του parking, που ζει κι αναπνέει ελεύθερα τον ρυθμό της πλατείας. Το έγκλημα, την βρώμα, την υψηλή επίσκεψη, την φτώχεια και τον πλούτο, τις ταραχώδεις επετείους, τους περίεργους κάθε τύπου που επελαύνουν κατά καιρούς για να αποτιμήσουν τον κατήφορο μας· γυναίκα που έχει την γνώμη της και την άποψη της –αρέσει δεν αρέσει στον πελάτη, και θα βρει χρόνο και τρόπο να στην πει...

Μα η γυναίκα, για την άλλη την λογίστρια μιλώ τώρα, που δεν θ’ ακούσουμε ποτέ τη γνώμη της χάθηκε. Λιγοστά τα λουλούδια, στο καθαρισμένο πια πεζοδρόμιο του καταστήματος, που φαντάζομαι ότι σε λίγα εικοσιτετράωρα θα αρχίσει ξανά την εικοσιτετράωρη λειτουργία του, σβήνοντας μονοκοντυλιά τα ήδη παλιά, κακά μαντάτα.  Everest θα συνεχίσει να λέγεται το κατάστημα βέβαια. Και η γυναίκα- θυσία -Ιφιγένεια, θα ξεχαστεί.

Τίποτα δεν θα την θυμίζει –εδώ έχει ξεχαστεί ήδη! Ούτε ονοματοδοσία σε δρόμο, ούτε άγαλμα βέβαια θα δουν τα ορφανά της. Ούτε και την φωτογραφία δεν θα τολμήσει να βάλει η επιχείρηση στο ταμείο της, πόσο μάλλον στην βιτρίνα… Σιωπή και αμνησία.

Δεν είναι και προς εκμετάλλευση το θέμα. Δεν είναι Marfin ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο, που να παραπέμπει αλλού. Το ξεχνάμε και πάμε παρακάτω λοιπόν. Μην ανοίγουμε τώρα θέματα με τους υπαλλήλους, αυτούς που είναι υπό δηλαδή. Δεν είναι οι μέρες και οι ώρες. Τώρα που δεν υπάρχουν οι δουλειές. Τώρα που μας υποχρεώνουν με το πιστόλι στον κρόταφο στην υπογραφή νομοσχεδίων για αδειοδοτήσεις fast track.

Και που περισσότερο από ποτέ, τώρα που δεν υπάρχει χρόνος για στάση, περίσκεψη και ιδίως υπομονή, άσε την προσμονή. Τρέχει κι η αξιολόγηση, φτάνουν οι γιορτές, κινείται η  αγορά. Άσε μπας και γελάσει λίγο το χειλάκι μας! Θα ανοίξει κι η χριστουγεννιάτικη αγορά πιο κάτω στο Πεδίο του Άρεως και το παγοδρόμιο μπορεί να ξαναστήσουν.

Μαύρα μαντάτα πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν. Και μαύρος καπνός. Έντονος καπνός και μυρωδιά που μύρισε έντονα ένα γύρω. Και μύρισε Άουσβιτς, εργασιακό Άουσβιτς, που το συνηθίζουμε σιγά σιγά κι αυτό. Και που μοιάζει να μην μας ενοχλεί, σαν στο σκοτεινό μοιραίο ανέβασμα του, αυτός ο καπνός κουβαλούσε μαζί του και λίγη από την σάρκα του θύματος, την σάρκα του εγκλήματος…

Γιατί εκεί στον τόπο που κάποτε έδωσαν μ’ ενθουσιασμό το όνομα της νίκης, όπως σημαίνει το Βικτώρια, τώρα εμείς προσπερνάμε βιαστικά και με σκυμμένο το κεφάλι ένα (ακόμα) θύμα- σημάδι της βαριάς μας ήττας…
===================================================================================
Κεραμιδόγατος 
ο μαντουμανταδόρος-(Β.Π)

  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου